Η εμπειρία μου στο “Παρασκήνιο” δεν είναι απλώς ένα κεφάλαιο στην επαγγελματική μου πορεία αλλά σίγουρα κάτι πολύ περισσότερο. Έγινα μέλος της ομάδας του “Παρασκηνίου” το φθινόπωρο του 2000 ύστερα από σύσταση της Εύας Στεφανή.
Από τότε, μέχρι την άνοιξη του 2014 που αποχώρησα, πραγματοποίησα 34 ντοκιμαντέρ.

Μέσα σε αυτά τα 15 χρόνια έγινα ένας από τους βασικούς σκηνοθέτες του “Παρασκηνίου” και για μένα η Cinetic, η εταιρία παραγωγής των Λάκη Παπαστάθη και Τάκη Χατζόπουλου, ήταν το δεύτερο σπίτι μου.
Αισθάνομαι σαν να ήμουν μέλος αυτής της ομάδας πολλά χρόνια προτού αυτό συμβεί στην πραγματικότητα.
Είναι σα να είχα γεννηθεί για να κάνω κάτι τέτοιο.

Το να εστιάζω, μέσα από τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ με κινηματογραφικό ύφος, σε πρόσωπα, χώρους και δράσεις που έπαιξαν σημαντικό ρόλο και διαμόρφωσαν περισσότερο ή λιγότερο φανερά την καλλιτεχνική, πνευματική και ιστορική μας διαδρομή, ήταν κάτι που με συγκινούσε, ως ιδέα, από πολύ παλιά. Και αισθανόμουν ότι διέθετα τα απαιτούμενα προσόντα, ειδική γνώση, αφοσίωση, σεβασμό, αληθινό ενδιαφέρον, πάθος, που θα μου επέτρεπαν να το κάνω πράξη. Για να κάνεις επιτυχημένα και ουσιαστικά αυτή την τόσο απαιτητική δουλειά, εκτός από τα παραπάνω, χρειάζεται να έχεις τιθασεύσει τον εγωισμό σου. Ώστε να μπορείς να αναδείξεις με αφοσίωση, αγάπη και συναισθηματική ισορροπία το πρόσωπο που έχεις μπροστά στο φακό σου. Αυτός είναι ο πρωταγωνιστής.

Είμαι απολύτως βέβαιος ότι διέθετα αυτό το συγκεκριμένο και τόσο απαραίτητο για το “Παρασκήνιο” προσόν.
Ουσιαστικά αυτό που έκανα ως σκηνοθέτης στο “Παρασκήνιο” το έκανα από μόνος μου ήδη από την ηλικία των δέκα ή δώδεκα χρόνων. Μέσα από τα διαβάσματά μου, βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά, τις ταινίες και τα ντοκιμαντέρ που έβλεπα. Εστίαζα σε πρόσωπα. Σε ανθρώπους. Σε χαρακτήρες. Αν, με ένα μαγικό τρόπο, μου δινόταν η δυνατότητα να το κάνω αυτό για όλη μου τη ζωή, δεν θα ήθελα τίποτα περισσότερο. Θα μπορούσα να αφοσιωθώ για πάντα σε μια τέτοια διαδικασία. Γυρίζοντας και κάποιες κινηματογραφικές ταινίες μυθοπλασίας ενδιαμέσως...
Γι αυτό λέω ότι είναι σαν να είχα γεννηθεί για να κάνω ντοκιμαντέρ σε μια σειρά όπως αυτή.

Θυμάμαι μάλιστα και την εναρκτήρια εκπομπή του “Παρασκηνίου”. Κι ας ήμουν μονάχα επτάμιση ετών τον Φεβρουάριο του 1976. Κι αυτό γιατί ο πατέρας μου κάτι είχε διαβάσει, πληροφορηθεί ή μυριστεί και είχε στρογγυλοκαθήσει στην πολυθρόνα περιμένοντας. Όταν ξεκίνησε το σήμα της εκπομπής με το, μετέπειτα, πασίγνωστο μουσικό θέμα, χωρίς να γυρίσει τα μάτια του από την οθόνη, είπε στον αδελφό μου και σε μένα να βγάλουμε το σκασμό γιατί “...αρχίζει μια πολύ σοβαρή εκπομπή...”. Από εκείνη τη στιγμή, την παρθενική κιόλας εκπομπή, το σήμα του “Παρασκηνίου” με καθόρισε αποφασιστικά. Στην αρχή με τρόμο, καθώς ο πατέρας μου ήταν Κρητικός και αρκετά άγριος όταν τον ενοχλούσαν. Στην πορεία όμως, μου δημιούργησε δέος και παρακολουθούσα συστηματικά τη σειρά παρά το ότι ήμουν μικρός.

Στα πρώτα χρόνια μου στο “Παρασκήνιο” δούλευα, όπως όλοι, με συνεργείο και τέσσερις μέρες γύρισμα για κάθε επεισόδιο όπως προβλεπόταν.
Από το 2006 ξεκίνησα να κινηματογραφώ ο ίδιος με μια μικρή κάμερα. Αυτό μου έδωσε τη δυνατότητα να απλώνω σε χρόνο τα γυρίσματα και να δουλεύω παράλληλα σε διαφορετικά θέματα.
Ξεκινούσα από τον προηγούμενο χρόνο και είχα μεγάλο περιθώριο μπροστά μου.
Αφού προχωρούσα σε σημαντικό βαθμό τα γυρίσματα, αρκετούς μήνες ή και ένα χρόνο κάποιες φορές, το ανακοίνωνα στον Παπαστάθη και στον Χατζόπουλο. Ειδικά στον Τάκη δεν άρεσε που έπαιρνα μόνος την πρωτοβουλία για να γυρίσω ένα θέμα και γι αυτό δεν το αποδεχόταν στην αρχή. Κάποια στιγμή, όμως, μου έλεγε να το προχωρήσω. Κατά αυτό τον τρόπο εγώ είχα ετοιμάσει ήδη αρκετά επεισόδια και μάλιστα με μεγάλη άνεση χρόνου και επεξεργασίας ώστε προβάλλονταν στην αρχή της τηλεοπτικής σεζόν όπου υπήρχε και μεγάλη ανάγκη για παράδοση των “Παρασκηνίων” καθώς οι επίσημες εγκρίσεις δίνονταν τελευταία στιγμή και δεν υπήρχε επαρκής χρόνος προετοιμασίας. Με αυτό τον τρόπο ήταν ικανοποιημένες και οι δυο πλευρές. Η Cinetic και εγώ. Αυτό κράτησε κάμποσα χρόνια.

Στα χρόνια μου στο “Παρασκήνιο” έβγαλα σημαντικό μέρος της (όποιας) δημιουργικότητάς μου.
Χωρίς να το κάνω συνειδητά διαπίστωσα ότι επέλεγα θέματα τα οποία, σε μεγάλο βαθμό, αναδείκνυαν πρόσωπα – outcasts. Μορφές του παρελθόντος λησμονημένες ή σπουδαίες φυσιογνωμίες του σήμερα που όμως δεν βρίσκονταν στο κέντρο της δημοσιότητας.
Έτσι, πολλές από τις ταινίες μου λειτούργησαν, με έναν τρόπο, αποκαλυπτικό.
Άλλωστε αυτός, θεωρώ, ήταν και ο βασικός σκοπός του “Παρασκηνίου” από το ξεκίνημά του το 1976.
Είναι απολύτως βέβαιο ότι τα χρόνια μου στο “Παρασκήνιο” με καθόρισαν αποφασιστικά. Ήταν ευεργετική για μένα η παρουσία μου στη Cinetic. Έμαθα πάρα πολλά τόσο από την τριβή στη δουλειά όσο και από την καθημερινή επαφή με τον Παπαστάθη και τον Χατζόπουλο.
Απέκτησα τεράστια εμπειρία και μου δόθηκε ένα σπουδαίο βήμα δουλειάς, τόσο δημιουργικά όσο και οικονομικά.

Ένα ακόμα πολύτιμο όφελος από τα χρόνια του “Παρασκηνίου” ήταν οι σχέσεις και οι συνεργασίες.
Με τους περισσότερους από όσους εκτέθηκαν στο φακό μου και με εμπιστεύτηκαν, κρατήσαμε πολύτιμη φιλία που άντεξε στο χρόνο.
Ενδεικτικά αναφέρω την Αμαλία Μουτούση, τον Γιάννη Μπακογιαννόπουλο, την Μαρίνα Καραγάτση, τον Λεωνίδα Εμπειρίκο, την Αλέκα Παΐζη, τον Λεωνίδα Κύρκο, τον Γιώργο Ζεβελάκη, τον Χάγκεν Φλάισερ, τον Θωμά Μοσχόπουλο, την Λυδία Φωτοπούλου, τον Σωτήρη Δημητρίου, τον Γιώργο Λούκο, τον Πάνο Γεραμάνη, τον Αριστείδη Καμάρα, τον Πολύβιο Μαρσάν, τον Βαγγέλη Καραμανωλάκη, τον Νίκο Γκροσδάνη, τον Ηλία Μπαζίνα, τον Αχιλλέα Κυριακίδη, τον Μάκη Πανώριο, τον Ηλία Κανέλλη κ.λ.π.
Παράλληλα, ορισμένοι από τους πιο στενούς συνεργάτες μου στο μοντάζ και την κάμερα αναδύθηκαν στο “Παρασκήνιο”. Είτε τους βρήκα εκεί είτε τους πρότεινα εγώ. Η Μυρτώ Λεκατσά και η Δώρα Μασκλαβάνου στο μοντάζ, ο Δημήτρης Κορδελάς και ο Κλαούντιο Μπολιβάρ στην κάμερα είναι οι πιο σημαντικοί συνεργάτες και αγαπημένοι μου φίλοι από τα χρόνια της θητείας μου στη Cinetic.
Όπως επίσης οι τρεις κοπέλες που έκαναν τη γραμματειακή υποστήριξη στα χρόνια που ήμουν στο “Παρασκήνιο”.
Η Άννα Βότση, η Σπυριδούλα (Πέπη) Φαρακλιώτη και η Μαργαρίτα Σκουμπουρδή.

Από τη δική μου πλευρά, αντιμετώπισα τη δουλειά μου στο “Παρασκήνιο” ως μια απολύτως προσωπική και δημιουργική ενασχόληση. Κάθε επεισόδιο ήταν σαν να έκανα τη δική μου ταινία. Και τα έδινα όλα. Σχεδόν η κάθε ταινία μου στο “Παρασκήνιο” εμπεριείχε τη δουλειά, την έρευνα και τα γυρίσματα που θα είχε ένα ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους για τον κινηματογράφο. Και ήμουν πάντα απολύτως συνεπής στους χρόνους που μου έθετε η
Cinetic και στις υποχρεώσεις μου, αναλαμβάνοντας και την εκτέλεση της παραγωγής στην ουσία. Λειτουργούσα με μεγάλη αυτονομία.
Παρέδιδα πάντα ταινίες με μεγάλη φροντίδα και μεγάλη χρονική έκταση και ποικιλία γυρισμάτων. Στοιχεία τα οποία έδιναν ένα πολύ ουσιαστικό production value στη σειρά.
Πολλά σημαντικά πρόσωπα δέχτηκαν να παρουσιαστούν στο φακό λόγω της προσωπικής μας σχέσης και της αμοιβαίας μεταξύ μας εκτίμησης.
Με σκοπό τον εμπλουτισμό των ταινιών μου στο “Παρασκήνιο”, μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, εντόπισα και ενσωμάτωσα πάμπολλα σπάνια και πρωτοφανή (κυριολεκτικά) οπτικοακουστικά αρχεία τα οποία εμπλούτισαν το προφίλ αλλά και την ταινιοθήκη της Cinetic.
Και ασφαλώς ήταν πολλοί οι συνεργάτες, στο μοντάζ, τη φωτογραφία, τον ήχο που ήρθαν με δική μου προτροπή και απέκτησαν εμπειρία, μέσα από τις δουλειές που κάναμε, παραμένοντας ως ανθρώπινο κεφάλαιο στη Cinetic.
Γι αυτό, το τονίζω, η σχέση μου με τους βασικούς δημιουργούς της Cinetic ήταν αμφίδρομη και ουσιαστικά επωφελής για αμφότερες τις πλευρές.

Οι ιδέες για τα θέματα ήταν σχεδόν πάντα δικές μου και δεν αποτελούσαν ανάθεση. Και λειτουργούσα πάντα με μεράκι και όλη μου την ψυχή.
Γι αυτό, νομίζω, ήρθε και η ανάλογη επιτυχία καθώς τα περισσότερα ντοκιμαντέρ που έκανα στο “Παρασκήνιο” ακούστηκαν πολύ θετικά, είχαν πολλές και θερμές κριτικές στα ΜΜΕ ενώ επαναλαμβάνονται συνεχώς από την ΕΡΤ μέχρι σήμερα. Οι δυο δημιουργοί του “Παρασκηνίου”, ο Λάκης Παπαστάθης και ο Τάκης Χατζόπουλος, από την πρώτη στιγμή καθιστούσαν σαφές ότι δεν θα χαρίζονταν σε κανένα σκηνοθέτη και η κριτική θα ήταν αδυσώπητη. Μάλιστα, τα πιο πολλά χρόνια, έβλεπαν την κάθε εκπομπή την στιγμή που προβαλλόταν στην ΕΡΤ χωρίς καμία παρέμβασή τους. Αυτό ήταν πολύ ωραίο, πρωτοφανές και δημιουργικό. Από την πλευρά μου, άλλωστε, ήθελα επίσης να διατυπώνω ανοιχτά και ειλικρινά τη γνώμη μου. Όπως και να ακούω ακόμα και την πιο βαριά κριτική. Πίστευα πάντα στην αμοιβαία, δημιουργική και ζωντανή αντιπαράθεση.
Συνεπώς, οι κουβέντες μας στο “Παρασκήνιο” είχαν πάντα έντονο, δημιουργικό και θα έλεγα συναρπαστικό χαρακτήρα...

Με τον Λάκη Παπαστάθη υπήρξαμε επί χρόνια στενοί φίλοι. Αλλά και με τον Τάκη Χατζόπουλο είχαμε επίσης ουσιαστική επαφή και καλή σχέση.
Δεν γνωρίζω αν ήταν ο βαθμός της αυτονομίας και ισοτιμίας που είχα διεκδικήσει και κατακτήσει ή ένας ανταγωνισμός που με το πέρασμα των χρόνων αναδύθηκε. Μπορεί να ήταν η φθορά που πριονίζει τις σχέσεις των ανθρώπων όταν αυτοί έρχονται αρκετά κοντά και επί τόσα πολλά χρόνια.
Πάντως, το Μάρτιο του 2014, οδηγηθήκαμε σε οριστική και αμετάκλητη σύγκρουση και με τους δυο.
Παρά τη δεδομένη πικρία μου, καθώς θεωρώ ότι δεν εκτιμήθηκε καθόλου η πολύχρονη και πολύπλευρη συμμετοχή μου στο “Παρασκήνιο”, είναι απολύτως σίγουρο ότι έχω συνδεθεί συναισθηματικά και με τους δυο δημιουργούς της σειράς, καθώς συμπορευτήκαμε επί 15 χρόνια στη σημαντικότερη, κατά τη γνώμη μου, σειρά ντοκιμαντέρ στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης. Ο Λάκης Παπαστάθης και ο Τάκης Χατζόπουλος όταν με κάλεσαν, το 2000, να συνεργαστούμε στο “Παρασκήνιο” μου άνοιξαν μια μεγάλη πόρτα. Ίσως την πιο σημαντική στη ζωή μου σε επαγγελματικό επίπεδο. Και αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ.
×
×